Τριμηνη προθεσμια ασκησης αγωγης

Ευρετήριο Άρθρου


Ως κύρωση απαγγελόμενη από το Νόμο σε περίπτωση παραβάσεως του νόμου προβλέπεται η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης. Απορρίπτεται δηλαδή η αγωγή ως δικόγραφο που ενσωματώνει την αντίστοιχη διαδικαστική πράξη για τυπικούς λόγους. Δεν τίθεται ζήτημα απαράδεκτης συζητήσεως της αγωγής. Στην τελευταία περίπτωση επανέρχεται η συζήτηση της αγωγής εφόσον αναπληρώνεται η ελλείπουσα πράξη. Αντιθέτως στο άρθ. 8 Ν.489/1976 λείπει κάποια πράξη (υποβολή αιτήσεως από τον παθόντα στο Ε.Κ.) που έπρεπε να γίνει πριν από την άσκηση της αγωγής. Τέτοια πράξη δεν μπορεί να γίνει επί των υστέρων αφού πλέον η αγωγή κατά του Ε.Κ. ασκήθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί αυτής η υποβολή αιτήσεως από τον παθόντα στο Ε.Κ.
Η απόφαση που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη είναι οριστική. Επομένως είναι δεκτική εφέσεως όπως επίσης και αναιρέσεως με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.»

Μου προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι ο εμβριθείς νομικός αν και ξεκινά με την αδιαμφισβήτητη διαπίστωση ότι: «Η προδικασία αυτή τηρείται μόνο έναντι του Ε.Κ. και όχι άλλων τυχόν υπόχρεων προς αποζημίωση.» μάλιστα τη λέξη μόνο την έχει μαυρισμένη στη συνέχεια δεν διατυπώνει καμία απολύτως θέση για τη συνταγματικότητα ή μη της διατάξεως και για τα πρακτικά προβλήματα που δημιουργεί στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Επίσης παραθέτει μόνο το α΄ εδάφιο της διάταξης του άρθρου 8 και όχι και την υπόλοιπη ενώ επίσης δεν εστιάζει στην πρωτοφανή δυνατότητα του Επικουρικού Κεφαλαίου ακόμη και να μην απαντά καθόλου στην αίτηση.  

Κατά την άποψή μου, πρόκειται για καινοφανή διάταξη η οποία παραβιάζει την θεμελιώδη στη δικονομία ισότητα των όπλων των διαδίκων με την υποχρεωτική κατάθεση των εγγράφων του ενάγοντα με την αίτηση αυτή και κατά τον τρόπο αυτό θέτει αδικαιολόγητα εμπόδια στην άσκηση του συνταγματικού δικαιώματος των παθόντων για έννομη προστασία.
Σημειώνεται ότι κατά το εύρος των γνώσεών μου αντίστοιχη προδικασία δεν θεσπίζεται σε καμία άλλη περίπτωση ούτε και προβλέπεται τόσο από ουσιαστικούς όσο και δικονομικούς κανόνες στην Ελληνική έννομη τάξη, τουλάχιστον όσον αφορτά την πολιτική δίκη.
Η καθιέρωση του ως άνω δικονομικού προνομίου υπέρ του Ε.Κ., η οποία θέτει σε δυσμενέστερη θέση τον άλλο διάδικο κατά κανόνα ιδιώτη έρχεται σε ευθεία αντίθεση τόσο προς συνταγματικές διατάξεις, όσο και προς διατάξεις της ΕΣΔΑ.
α.- Ειδικότερα, ο κοινός νομοθέτης δεσμεύεται από την αρχή της ισότητας, που κατοχυρώνει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, «όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, ώστε να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με τη μορφή της επιβολής μιας αδικαιολόγητης επιβαρύνσεως ή της αφαιρέσεως δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός αν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις, που την δικαιολογούν, ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, διότι διαφορετικά δημιουργείται ανισότητα στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας. Η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων». (Βλ. Ολ.ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004).
Επίσης, με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει, ότι ο καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σε αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως ο νόμος ορίζει, δεν αποκλείεται στον νομοθέτη, να θέτει περιορισμούς, υπό τους οποίους τελεί το εν λόγω δικαίωμα. Οι περιορισμοί, όμως, αυτοί «δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιον τρόπο ή σε τέτοιον βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα». (Βλ. ΑΕΔ 2/1999, ΟλΣτΕ 3845/1997).
Προς τις διατάξεις αυτές συμπορεύεται και το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και η «δίκαιη δίκη», που καθιερώνεται με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και η οποία εγγυάται σε κάθε άτομο το δικαίωμα να ερευνά το δικαστήριο κάθε αμφισβήτηση, σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, καθιερώνοντας την «δίκαιη δίκη» υπό την ευρύτερη έννοια της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, οι δε σχετικοί περιορισμοί δεν θα πρέπει να περιορίζουν την πρόσβαση κατά τρόπο ή σε τέτοιο σημείο, που το δικαίωμα να χάνει την ουσία του.
«Οι ως άνω διατάξεις δεν ιδρύουν μόνον διεθνή ευθύνη των συμβαλλομένων κρατών, αλλά έχουν άμεση εφαρμογή και υπερνομοθετική ισχύ, άρα θεμελιώνουν δικαιώματα υπέρ των προσώπων, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους». (Βλ. Ολ.ΑΠ 21/2006).